……Σιχαινόταν τα τρένα, τους σταθμούς, τα εκδοτήρια. “Σκουριασμένες ρόδες πάνω σε καταθλιπτικές ράγες, φωλιές ποντικών”, τ’ αποκαλούσε. Γι αυτό το λόγο, απ’ τα 18 του είχε βγάλει δίπλωμα να καβαλάει τους δρόμους με ένα παπάκι, στη συνέχεια με μηχανή και τώρα μ’ αυτοκίνητο. Δεν έδινε λογαριασμό σε ελεγχτές και παρατρεχάμενους, “απομεινάρια φασισμού” έτριζαν οι λέξεις κάτω απ’ τη γλώσσα του. Τον τρόμαζαν και οι γιαγιάδες που έμπαιναν με τα στυλό αγκαλιά, αγγαρεύοντας τη λύπη του να δώσει ό,τι ψιλά του χαν μείνει στο παντελόνι. Μπαίνανε και τα πρεζάκια στα βαγόνια, και μια βελόνα που χε βρει τυχαία πεσμένη κάτω απ’ το κάθισμά του τον είχε ταράξει. Έπρεπε όμως, έπρεπε σήμερα, ύστερα από 20 χρόνια, να ξαναχωθεί στο στόμα του τρένου και να κατέβει στην Αθήνα. Το αμάξι στο συνεργείο, χαλασμένο καλοριφέρ, γκρίνιαζε η Τούλα: “κρυώνω, κρυώνω, πότε θα το πας στο συνεργείο;” Και να που το πήγε, και να που έπρεπε να ξαναμπεί σε βαγόνι για να πάει στη δουλειά του. 6.45 ώρα πρωινή, να τος στο σταθμό Αγ. Νικολάου. Ο χαρτοφύλακας στο χέρι, η γκρι καπαρτίνα και η μαύρη ομπρέλα, απαραίτητο σετάκι τραπεζοϋπαλλήλου, άλλοι 2-3 στο ίδιο μοτίβο, έκανε μπαμ από μακριά το συναδελφιλίκι. Άμα μπορούσε να ξεχωρίσει και τη μάρκα της καμπαρτίνας, θα καταλάβαινε και το βαθμό τους. Το τρένο γουργούριζε πάνω στις ράγες, γκρίνιαξαν τα φρένα του καθώς σταμάτησε και η σαρδελοποιήση σε όλο της το μεγαλείο άρχισε. Ο κόσμος πολύς, αλλοδαποί, γυναίκες απ’ το Αζερμπαϊτζάν με χρυσά δαχτυλιδάκια στο χέρι, παιδιά που θα κατέβαιναν στο Μοναστηράκι για καφέ με τον αέρα της κοπάνας από μαθήματα, “σιγά κύριε, μη σπρώχνετε” και τα λοιπά. 20 χρόνια και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Βρήκε ο τυχερός μια θέση να κάτσει. Κοίταξε πρώτα κάτω, βρωμιά, πατημένα εισιτήρια, “δε θα ζήσω μέχρι να βγω Ομόνοια”, μουρμούρισε. Σήκωσε το κεφάλι προσπαθώντας να μη φανεί ο σνομπισμός του για όλους γύρω του, και τότε την είδε καθισμένη απέναντί του. Κι ο σνομπισμός έγινε ένας τεράστιος καθρέφτης που έσπαγε κι όλο έσπαγε και τα κομμάτια πέφταν πάνω του. Νόμισε πως το βαγόνι πνίγηκε από τα αίματά του.Τη φίλησε , πέταξε το φτηνό του άχρηστο χαρτοφύλακα , έβγαλε την καρμπαντίνα του, τη σκέπασε στου ςώμους και πετάξαν για του ήλιου τη γειτονιά…. Ο δικός σου απόστολος, απίστευτα ερωτευμένος και γοητευμένος από σ