…το τέλος της βροχή σου..

Έρωτας είναι η ψιχάλα δροσιά που δεν πέφτει απ’ το φύλλο
κι επίμονα βαστιέται στην άκρη κρεμασμένος.

Λυσσομανάει ο άνεμος ολόγυρα θεριεύει.
Ανατριχιάζει το φύλλο
τρέμει σύγκορμα απ’ το φόβο η ψιχάλα
μα δεν πέφτει.

Χίλιους αέρηδες, το μίσος του καιρού, αντέχει.

Κι ύστερα
όταν περάσει πια ο κίνδυνος
και χαλαρώσει στη λιακάδα
μια γαλότσα κόκκινη
περνώντας τον διαλύει ασυναίσθητα.

“το Αλικο τατού σου…”

michalkedzierski-delerium-sm.jpgΉταν γυμνός. Στην πόλη τον πετροβολούσαν. Kι έφευγε, με το αίμα να στάζει πίσω του.
“Θέλει να δείχνει ανυπεράσπιστος”, έλεγαν οι σοφοί.
Mα όταν τον βρήκαμε νεκρό, έξω στα χωράφια, είδαμε πάνω στο γυμνό του στήθος το μεγάλο ζωγραφισμένο πουλί, που του ‘τρωγε το τελευταίο κουρέλι.Και εκείνος, με όση ψυχή του είχε αφήσει το τατουάζ που είχε στο κορμί του, ψέλλισε το όνομά της, δυνατά, σαν να ήταν έτοιμος να ζήσει ξανά, για δεύτερη φορά.Πρώτη φορά είχα ακου΄σει τόσο δυνατά τό όνομά σου και η φορά εκείνη ήταν τότε που το φώναξα εγώ….σε αγαπάω, αλήθεια πολύ….
  Ο δικός σου απόστολος….

“αληθινές στιγμές…”

20061019230742_19_ottobre_06.jpg……Σιχαινόταν τα τρένα, τους σταθμούς, τα εκδοτήρια. “Σκουριασμένες ρόδες πάνω σε καταθλιπτικές ράγες, φωλιές ποντικών”, τ’ αποκαλούσε. Γι αυτό το λόγο, απ’ τα 18 του είχε βγάλει δίπλωμα να καβαλάει τους δρόμους με ένα παπάκι, στη συνέχεια με μηχανή και τώρα μ’ αυτοκίνητο. Δεν έδινε λογαριασμό σε ελεγχτές και παρατρεχάμενους, “απομεινάρια φασισμού” έτριζαν οι λέξεις κάτω απ’ τη γλώσσα του. Τον τρόμαζαν και οι γιαγιάδες που έμπαιναν με τα στυλό αγκαλιά, αγγαρεύοντας τη λύπη του να δώσει ό,τι ψιλά του χαν μείνει στο παντελόνι. Μπαίνανε και τα πρεζάκια στα βαγόνια, και μια βελόνα που χε βρει τυχαία πεσμένη κάτω απ’ το κάθισμά του τον είχε ταράξει. Έπρεπε όμως, έπρεπε σήμερα, ύστερα από 20 χρόνια, να ξαναχωθεί στο στόμα του τρένου και να κατέβει στην Αθήνα. Το αμάξι στο συνεργείο, χαλασμένο καλοριφέρ, γκρίνιαζε η Τούλα: “κρυώνω, κρυώνω, πότε θα το πας στο συνεργείο;” Και να που το πήγε, και να που έπρεπε να ξαναμπεί σε βαγόνι για να πάει στη δουλειά του. 6.45 ώρα πρωινή, να τος στο σταθμό Αγ. Νικολάου. Ο χαρτοφύλακας στο χέρι, η γκρι καπαρτίνα και η μαύρη ομπρέλα, απαραίτητο σετάκι τραπεζοϋπαλλήλου, άλλοι 2-3 στο ίδιο μοτίβο, έκανε μπαμ από μακριά το συναδελφιλίκι. Άμα μπορούσε να ξεχωρίσει και τη μάρκα της καμπαρτίνας, θα καταλάβαινε και το βαθμό τους. Το τρένο γουργούριζε πάνω στις ράγες, γκρίνιαξαν τα φρένα του καθώς σταμάτησε και η σαρδελοποιήση σε όλο της το μεγαλείο άρχισε. Ο κόσμος πολύς, αλλοδαποί, γυναίκες απ’ το Αζερμπαϊτζάν με χρυσά δαχτυλιδάκια στο χέρι, παιδιά που θα κατέβαιναν στο Μοναστηράκι για καφέ με τον αέρα της κοπάνας από μαθήματα, “σιγά κύριε, μη σπρώχνετε” και τα λοιπά. 20 χρόνια και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Βρήκε ο τυχερός μια θέση να κάτσει. Κοίταξε πρώτα κάτω, βρωμιά, πατημένα εισιτήρια, “δε θα ζήσω μέχρι να βγω Ομόνοια”, μουρμούρισε. Σήκωσε το κεφάλι προσπαθώντας να μη φανεί ο σνομπισμός του για όλους γύρω του, και τότε την είδε καθισμένη απέναντί του. Κι ο σνομπισμός έγινε ένας τεράστιος καθρέφτης που έσπαγε κι όλο έσπαγε και τα κομμάτια πέφταν πάνω του. Νόμισε πως το βαγόνι πνίγηκε από τα αίματά του.Τη φίλησε , πέταξε το φτηνό του άχρηστο χαρτοφύλακα , έβγαλε την καρμπαντίνα του, τη σκέπασε στου ςώμους και πετάξαν για του ήλιου τη γειτονιά…. Ο δικός σου απόστολος, απίστευτα ερωτευμένος και γοητευμένος από σ 

…ένα αντίο σε κάποια που αξίζει θλίψη λαμπερή…

Έχω φίλους
κάτι σκιάχτρα
που μεσ’ στη νύχτα
είναι κρυμμένοι,
λευκά πουκάμισα
με σηκωμένα τα μανίκια.
Με φιγούρες μοιάζουν
του ονείρου
δραπέτες
απ’ τη φυλακή της μέρας.
Αλκοόλ και τσιγάρα
λιγοστεύουν το κορμί τους
κι είναι η λαλιά τους
βαριά λαϊκά
και τα βήματά τους
επικίνδυνα ζεϊμπέκικα.
Είναι όμως πολύ μικρό
το γοητευτικό τους παραμύθι,
κάτω από κόκκινα φώτα
θα αγκαλιαστούν με τον έρωτα
κάτω από μεθυσμένα αστέρια
θα συναντηθούν με το θάνατο.

καλο ταξίδι, όπως και αν σε λένε….ο απόστολός της

κράτα με….

Κράτα με..
Να ζεσταθώ στις ρωγμές που ανοίγει ο ήλιος στο δέρμα σου.
Να τυλιχτώ μέσα σου μέχρι να λιώσεις τη γύμνια μου και τον πάγο.
Ξανά και ξανά
να τριφτώ στις καθημερινές μας νοσταλγίες.
Στις πληγές που άνοιξε το αλάτι της θάλασσας έναν Οκτώβρη για να θυμάμαι όσα αγαπάω….

ciggy-smoke1.jpg- Θα ήθελα να είχα ένα χαρτοπωλείο σε μια μικρή πόλη. Άνθρωποι θα μπαίναν, άνθρωποι θα βγαίναν, όλο και κάτι θα ψωνίζαν, θ’ αφήναν λίγα χρήματα και στο υπόλοιπο της μέρας θα είχε ησυχία. Θα διάβαζα κανένα βιβλίο, θα ξεφύλλιζα την πρωινή εφημερίδα ακούγοντας ακορντεόν στο πικ απ… Η’ να είχα ένα καθαριστήριο. Θα μύριζε φρεσκοπλυμμένα ρούχα και το απόγευμα, κατά τις εφτά, θα κατεβάζα τα ρολά, θα αγόραζα φρούτα πηγαίνοντας στο σπίτι και το βράδυ θα καθόμουν στο μπαλκόνι να κοιτάζω τους περαστικούς στον δρόμο.Και εσύ να μου λες πως σου έλειψα….ο απόστολός σου, για το όνειρο της Παρασκευής, δικό  σου και αυτό αγάπη μου..

όλα σε αγαπάνε λαμπερή μου…

oneiro.jpgΑυτοί που μένουν πιστοί στο είδωλο τους
γνωρίζουν απλώς την επιπόλαιη όψη του έρωτα.

Μονάχα οι άπιστοι είναι σε θέση
να γνωρίζουν τις τραγωδίες του.

να γίνονται κομμάτια και να είναι τόσο ευτυχισμένοι, όσο και εγώ μαζί σου…τίποτα δεν συγκρίνεται με τον έρωτα σου…σε αγαπάω…ο απόστολός σου

………

εκείνη τη λέξη την αγέννητη, που πάντα ψάχνω να βρω, ένα κομματάκι

φτερό που δραπέτευσε από τις φτερούγες που μου θύμησες πως έχω…

θα το αφήσω στα συννεφάκια τ’ ουρανού σου να κρυφτεί μέχρι να ξαναγεννηθεί….

Κι ό,τι έχω, χαρισμένο στο παρόν σου το αφήνω… ψιθυρίσματα της νύχτας μου

να σε σκεπάσουν…

…πώς….

moonfairy.jpgΜακριά σου πώς ν’αντέξω, πόσο θα’θελα να ήμουνα εκεί…

Δυό φτερά μού κόλλησες στην πλάτη, δυό απαλές, τεράστιες λευκές φτερούγες.. Κι όμως, παραμένω κολλημένος στη γη.. Το μόνο που θέλω είναι να πετάξω κοντά σου.. Όχι να οδηγήσω τα χιλιόμετρα. Να τα πετάξω. Να μπορέσω να σ’αγκαλιάσω με τις φτερούγες μου, να απομείνω να ακούω τους χτύπους της καρδιάς σου καθώς ακούμε τη βροχή να πέφτει και να κοιτάζουμε τα φώτα της πόλης, από ψηλά. Η πόλη δική μας κι εμείς οι μόνοι παρατηρητές της. Η βροχή δική μας κι εμείς οι μόνοι διψασμένοι για εκείνη.

Μπορώ να αναπνεύσω και πάλι κανονικά μόνο όταν χαθώ στα λαδί νερά σου… μόνο τότε.

Σχεδίασέ μου το κάστρο που σού ζήτησα. Να είναι μόνο δικό μου. Να το λένε έρωτα. Να βλέπει θάλασσα. Να είναι φωτισμένο τη νύχτα. Να καταπιεί όσα περισσότερα αστέρια γίνεται. Κι εσύ, φεγγάρι μου, να είσαι το λαμπερότερο στολίδι.. πότε ολόγιομο, πότε μισό, μα πάντα φεγγάρι. Το δικό μου φεγγάρι.σε αγαπώ…..στο είπα?….

Με τίποτα δεν σταματά στην κατηφόρα η καρδιά.